Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Δεν είμαι μόνος




Έχω καιρό να γράψω. Δεν ξέρω καν αν πρέπει να γράψω, να βγάλω από μέσα μου όλα όσα σκέφτομαι και όλα όσα έγιναν. Δεν ξέρω καν τι μπορεί να γίνει αν διαβάσουν αυτές τις λέξεις αυτοί που με κυνηγάνε. Γιατί, πλέον, με κυνηγάνε. Κρύβομαι, γιατί είμαι πια και επισήμως τρελός.
Γιατί γράφω, τότε; Είναι απλό: γιατί σε αυτό το χάος που λέγεται Διαδίκτυο μπορώ να νιώσω ασφαλής, όσο ειρωνικό κι αν ακούγεται. Γιατί είναι ο μόνος τρόπος που μπορώ να βγάλω ό,τι έχω μέσα μου. Για να θυμάμαι. Κι ελπίζω ότι ίσως βρεθεί κάποιος που δε θα με θεωρήσει τρελό, κάποιος που ίσως και να με καταλάβει. Κάποιος που ίσως να έχει ζήσει αυτή τη φρίκη και ο ίδιος.
Ελπίζω. Μπορώ πια να ελπίζω. Εκείνη τη νύχτα – την Κόκκινη Νύχτα, εκείνη τη νύχτα που τα χέρια μου έτρεμαν βουτηγμένα στο κόκκινο, δεν ήλπιζα, ο απόηχος της ελπίδας φάνταζε μια απλησίαστη πολυτέλεια. Κι όμως, πυροδοτήθηκε μια αλυσιδωτή έκρηξη γεγονότων που μου έμαθε κάτι βασικό: πως είσαι μονος όταν νιώθεις ότι δεν είσαι μόνος και πως, όταν έχεις εγκαταλείψει πια κάθε ελπίδα, δεν είσαι μόνος.
Πώς αλλιώς να εξηγήσω το ότι η ίδια μου η μάνα με έκλεισε στο ψυχιατρείο; Τι κι αν δεν ήταν αίμα αυτό στα χέρια μου την Κόκκινη Νύχτα; Είχα επιτεθεί σε μια γυναίκα, είπανε, είχα πέσει όλος πάνω της μες στη νύχτα, γεμάτος κόκκινη μπογιά, την γράπωσα κι άρχισα, είπανε, να ζωγραφίζω πάνω της σύμβολα ακατάληπτα. Γρύλιζα, είπανε. Δεν το αμφισβητώ. Στο δέρμα της φαίνονταν ακόμα αχνές κοκκινίλες, όταν φώναζε στον αστυνομικό “Αυτός είναι!”. Τα μάτια της ένας τρόμος. Δεν πρόλαβα καν να αντιδράσω, να θυμώσω, να την λυπηθώ, να προσπαθήσω να εξηγήσω. Να θυμηθώ.
Τώρα πια, φυσικά, την λυπάμαι. Είναι κι αυτή ένα θύμα του κακού που πλανιέται, ίσως το μόνο που τη γλίτωσε τόσο φτηνά. Οι άλλοι την πληρώσαμε χειρότερα. Ήρθε το κακό κι έκατσε πάνω μας, μας πήρε τη φωνή και δε μας ακούει κανείς. Κι αν μας ακούει, ακούει ψέματα. Όπως ο διευθυντής του τμήματος, που έκατσα και του τα έγραψα όλα με χαρτί και μολύβι. Διάβασε ψέματα. Με έστειλε στο ψυχιατρείο.
Εκεί ήταν που, ανάμεσα στα σπασμωδικά γέλια και τα απλανή βλέμματα των τροφίμων, ανάμεσα στα δικά μου ρίγη και όνειρα, γεμάτα παιδιά και αίματα, γνώρισα τη Νατάσα. Κι αυτή τρελή. Κι αυτή μουγκή, σαν και μένα.Στην αρχή δεν την παρατήρησα καν. Καθόταν κουλουριασμένη σε μια γωνιά, ένα κουβάρι από σάρκα, κουρέλια και λαδωμένα μαλλιά, και ατένιζε με πυρετικό βλέμμα το άπειρο. Άραγε έτσι φαινόμουν κι εγώ στους γύρω μου; Σε ένα φωτεινό διάλειμμα διαύγειας, ένα από τα ελάχιστα που μπόρεσε να αρθρώσει ολόκληρη πρόταση, ο διπλανός μου, μου έπιασε το χέρι και με το άλλο την έδειξε: “Εσύ χωρίς φωνή. Κι εκείνη, το Παρελθόν”. Προσπάθησα να τον ρωτήσω κι άλλα, αλλά ξαναχάθηκε στους ομιχλώδεις δρόμους του ντελιρίου του.
Έτσι ξεκίνησε μια περίεργη σχέση ανάμεσα σε μένα και το μουγκό κορίτσι. Το ότι ήμασταν και οι δύο χωρίς φωνή δε μας πτόησε. Ούτως ή αλλως δεν είχαμε και πολλά να πούμε. Κατά έναν περίεργο, μα πολύ απλό τρόπο μπορούσαμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλο με ένα μόνο βλέμμα. Και πριν τέσσερις νύχτες καταφέραμε να το σκάσουμε.
Τέσσερις μέρες είμαστε εδώ, στο καμαράκι πίσω από το μαγαζί του πατέρα της. Με το που το είδα, σκοτεινό και μισοκρυμμένο, φτιαγμένο λες για να διώχνει τους υποψήφιους πελάτες, τα κομμάτια του παζλ άρχισαν να μπαίνουν στη θέση τους: το ότι η Νατάσα έχει χάσει κι αυτή τη φωνή της. Τα λόγια του διπλανού μου στο ψυχιατρείο. Η αφίσα των This Is Past στη βιτρίνα του μαγαζιού, μάλλον για ένα καινούριο άλμπουμ με τον τίτλο “Μισανθρωπία”. Η μισανθρωπία που ένιωθα ο ίδιος μετά από όσα είχα περάσει. Το βλέμμα αναγνώρισης στα μάτια του πατέρα της...
Έλαβες κι εσύ την κασέτα;”

Έχω κάποιες απαντήσεις. Μου λείπουν, όμως, ακόμα, κάποιες ερωτήσεις· ίσως οι πιο σημαντικές. Η Νατάσα προσπαθεί να μου πει πράγματα με εικόνες που φτιάχνει στον υπολογιστή αλλά αυτά που θέλει εναγωνίως να μου πει δε μπορώ ακόμα να τα καταλάβω. Έχω ακόμα δρόμο για να διώξω το κακό και να μας σώσω. Ο κακός γέρος παραμονεύει. Αλλά αυτή τη φορά, δεν είμαι μόνος.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου